Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Η Ναυσικά του Φεγγαριού

Μια φορά και έναν καιρό ,
σε ένα αρχοντικό στην μέση ενός δρόμου με μεγάλα πεύκα ζούσε ένα πολύ όμορφό και πολύ γλυκό κορίτσι με μεγάλα λαμπερά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά .Το κορίτσι αυτό το λέγανε Ναυσικά .

Η Ναυσικά δεν ήταν ένα κορίτσι σαν όλα τα άλλα , ντυνόταν όμορφά , μιλούσε όμορφα και έκανε όχι πάντα με χαρά αλλά τελικά με υπακοή αυτό που ήθελαν οι άλλοι να κάνει . 

-"Πήγαινε στην κυρία Ροκφόρ λίγο από το γλυκό που έφτιαξα" έλεγε η μαμά της , την ώρα που εκείνη παρατηρούσε τα μυρμήγκια να φτιάχνουν την φωλιά τους , η Ναυσικά άφηνε την παρατήρηση και πήγαινέ το γλυκό , πάντα με χαμόγελό αλλά μέσα της πάντα στεναχωρημένη . 

-"Πάμε να βάλουμε φωτιά στην φωλιά με τις μέλισσες" έλεγαν οι φίλες της και η Ναυσικά ακολουθούσε . Πουθενά δεν ήταν πραγματικά χαρούμενη και όλοι την λέγανε γκρινιάρα , όλοι είχανε παράπονα με την συμπεριφορά της .

Τις νύχτες που όλοι κοιμόντουσαν αυτή σηκωνόταν και πήγαινε στο παράθυρο της και με το μυαλό της ζούσε ιστορίες και περιπέτειες , έπλαθε ιστορίες οπού εκείνη και οι φανταστικοί φίλοι της ζούσαν μια ζωή χαράς , ξεγνοιασιάς , αδελφικής αγάπης και σώνανε κάθε νύχτα τον κόσμο χωρίς αυτός να γνωρίζει τίποτα .

Η Ναυσικά ήταν πότε η γενναία πανέμορφη πριγκίπισσα που με την εξυπνάδα και την πονηριά της ξεγελούσε τον κακό μάγο , ποτέ η σοφή βασίλισσα που με τις αποφάσεις της σώνονταν το βασίλειο από την μεγάλη φυσική καταστροφή . Μερικές φορές ήταν και η σκανδαλιάρα πειρατίνα που με την ομορφιά της αλλά και το θανατηφόρο σπαθί της κέρδιζε την καρδιά του πιο σκληρού πειρατή .

Στις περιπέτειες οι σύντροφοι της ήταν πιστοί σε εκείνη και τις συμβουλές της και αυτή τους φρόντιζε και τους καθοδηγούσε. Ήταν περήφανη γιατί ποτέ κάνεις κάτω από τις διαταγές της δεν έχασε ποτέ την ζωή του , ακόμα και στις πιο δύσκολες περιπέτειες εναντία στον Ανθρωποφάγο φυτό , απέναντι στην κακιά μάγισσα του Νότου και στους ιερείς της Μαύρης πέτρας.

Έτσι πέρναγαν οι νύχτες της Ναυσικάς , παρέα με το φεγγάρι που σιωπηλά άκουγε τις ιστορίες της . Το πρωί όμως η Ναυσικά δεν είχε ξυπνημό . Οι άλλο άνθρωποι την ταλαιπωρούσαν με τις ανάγκες τους και τις ευθύνες που της είχαν αναθέσει και που εκείνη τις είχε ξεχάσει προς στιγμήν μιας και οι βραδινές της ιστορίες ήταν στην ουσία η ζωή της .

Έτσι μεγάλωνε η Ναυσικά και οι βραδινές ιστορίες γίνονταν περισσότερο η ζωή της και η ζωή της περισσότερο μια Ιστορία στην οποία κάποιος την είχε βάλει , και δεν τις είχε δώσει και καλό ρόλο.       

Έτσι κάθε βράδυ πια οι ιστορίες της από παραμυθένια ταξίδια άρχισαν να γίνονται παράπονα στο φεγγάρι. Το φεγγάρι όπως ξέρετε κατοικείτε από τον άνθρωπο στο φεγγάρι για τον οποίο δεν ξέρουμε και πολλά πράγματα μόνο το ότι κρύφτηκε μόλις πήγαν οι αστροναύτες και ποτέ κανείς δεν τον είδε. Τον ξέρουμε μόνο γιατί πήγε και ζωγράφισε ένα πρόσωπο  στο φεγγάρι με μεγάλα  μάτια , με μύτη και στόμα  και όλοι μπορούμε να τα δούμε την νύχτα .

Ο άνθρωπος του φεγγαριού δεν μπορούσε να ακούσει τις ιστορίες της Ναυσικάς αλλά το φεγγάρι που τις άκουγε , τόσο του άρεσαν που έκανε με αυτές αέρα και έτσι ο άνθρωπος του φεγγαριού ανέπνεε τον αέρα από τις ιστορίες της Ναυσικάς. 

Όταν κοιμόταν λοιπόν στα όνειρά του ζούσε και αυτός της περιπέτειες της Ναυσικάς πιστεύοντας πως ήταν κατασκευάσματα του δικού του μυαλού. Έτσι βάλθηκε στο φεγγάρι να ζωγραφίζει εικόνες από τις περιπέτειες της Ναυσικάς. Το φεγγάρι αισθανόταν πολύ όμορφο ήθελε να κάνει ένα δώρο στον άνθρωπο του φεγγαριού που ήταν πολύ μόνος.    

 Όταν το φεγγάρι άκουσε τα παράπονα της Ναυσικάς , της μοναδικής του συντροφιάς από την Γη αποφάσισε να στείλει τα άστρα να φτιάξουν μια γέφυρα από το φεγγάρι στην Γή σκέφτηκε θα γνωρίσω την Ναυσικά στον άνθρωπο του φεγγαριού . Θα είναι τόσο ευτυχισμένο που θα με κάνουν πιο όμορφό με τις ιστορίες και τις εικόνες τους. Χιλιάδες άνθρωποι θα μου κάνουν παρέα τα βραδεία να αισθάνονται στον αέρα μου τις ιστορίες της Ναυσικάς.

Έτσι και έγινε μόλις το φεγγάρι έφτιαξε την γέφυρα από τα αστέρια τόσο ο άνθρωπος του Φεγγαριού όσο και η Ναυσικά άρχισαν να περπατάνε σίγα , σιγά  στην Γέφυρα και να προσπαθούν να ανακαλύψουν που πήγαινε . Η Ναυσικά σταμάτησε να διηγήτε πια Ιστορίες , και ο άνθρωπος του φεγγαριού σταμάτησε να τις ζωγραφίζει . Βάλθηκαν και οι δύο να περπατάνε στην γέφυρα , μέχρι που συναντήθηκαν .

Δεν ήταν μια συνάντηση αγνώστων αλλά ήταν σαν να γνώριζαν ο ένας τον άλλο από πάντα για την Ναυσικά ήταν το πρόσωπο στο φεγγάρι και για τον άνθρωπο του φεγγαριού το κορίτσι στα όνειρά του. Αφού χαρήκαν που συναντήθηκαν βάλθηκαν ο ένας να προσπαθεί να δείξει τον κόσμο του στον άλλο .

 Η  Ναυσικά ταξίδεψε στο φεγγάρι και είδε τις ζωγραφισμένες εικόνες από τις περιπέτειες της και ο άνθρωπος από το φεγγάρι ταξίδεψε στην Γή και είδε τους πραγματικούς ανθρώπους , που γίνανε ιστορίες στο μυαλό της Ναυσικάς την κυρία Ροκφόρ την γειτόνισσα που ήταν η κακιά μάγισσα . Τον φύκο που έγινε το ανθρωποφάγο φυτό , τα μυρμήγκια που έγιναν οι ιερείς της μαύρης πέτρας , τα κορίτσια που έγιναν η φυσική καταστροφή που κατέστρεψαν το βασίλειο και τον συμμαθητή της που ήταν ο κακός αλλά πολύ όμορφος πειρατής .

 Έτσι για πρώτη φορά τόσο ο άνθρωπος από το φεγγάρι όσο και η Ναυσικά δεν ήταν μόνοι , είχαν ο ένας τον άλλο .Και το  φεγγάρι  την γέφυρα του πότε γιατί το εζήταγε ο άνθρωπος στο φεγγάρι , πότε γιατί το ζήταγε η Ναυσικά .

Όμως η Ναυσικά δεν έφτιαχνε πια ιστορίες , τα βράδια άφηνε μόνο το φεγγάρι και έκανε παρέα με τον άνθρωπο του φεγγαριού και ο άνθρωπος του φεγγαριού σταμάτησε να ζωγραφίζει εικόνες . Έτσι οι άνθρωποι σταμάτησαν να βλέπουν με ενδιαφέρον το φεγγάρι . Χωρίς ιστορίες δεν υπήρχαν συναισθήματα στον αέρα του φεγγαριού και χωρίς συναισθήματα ο άνθρωπος του φεγγαριού δεν ζωγράφιζε  εικόνες και χωρίς εικόνες το φεγγάρι δεν είχε θαυμαστές . Μόνο την Ναυσικά και τον άνθρωπο του φεγγαριού έμοιαζε να μην νοιάζει αυτό που για πρώτη φορά δεν ήταν μόνοι .

Το φεγγάρι είπε στην Ναυσικά , "δεν μπορώ να φτιάχνω πια γέφυρες , σταμάτησες να ζεις και να μου λες ιστορίες" . 

Το φεγγάρι είπε στον άνθρωπο του φεγγαριού "δεν μπορώ να φτιάχνω πια γέφυρες έμεινες πίσω στην δουλειά σου και οι άνθρωποι δεν με κοιτάν πια ". 

Έτσι και έγινε , τα άστρα σταμάτησαν να φτιάχνουν γέφυρες , και η Ναυσικά επέστρεψε στην καθημερινότητα της . Το ίδιο και ο άνθρωπος του φεγγαριού . 

Για αυτό και πια το φεγγάρι δεν μας ξυπνάει περιπέτειες  , μόνο μας μελαγχολεί και μας κάνει ρομαντικούς , αφού η Ναυσικά λέει ιστορίες μόνο για την χαμένη της αγάπη τον άνθρωπο του φεγγαριού και εκείνος ζωγραφίζει μόνο το πρόσωπο της μια θλιμμένη κοπέλα με σκούρα μεγάλα μάτια . 

Σίσυ

Μια αφορά κι ένα καιρό,
σε ένα αστικό τοπίο , οπού φλούδες από σοβά ξεχαρβαλωμένες από μια διαρκής ελεύθερη ρήση νερού από γλάστρες  ενός μικρού μπαλκονιού , κατέληγαν στο κιτρινισμένο πεζοδρόμιο , ζούσε μια κοπέλα με κόκκινα όνειρα.

Η κοπέλα που την λέγανε Σίσυ , είχε ακουμπήσει το σύνολο των ελπίδων της για μια καλύτερη ζωή σε περιοδικά ποικίλης ύλης. Ονειρευόταν καθημερινά πλούσιους και όμορφους άντρες με μια ιλουστρασιόν λάμψη στα δόντια. Η Σίσυ ήταν μια κοπέλα της εποχής της , στο συρτάρι της κρατούσε φρεσκοπλυμένα εσώρουχα στο μπάνιο της είχε εξοπλισμό από σπά , αγορασμένο με μερικά  ευρώ το κομμάτι,  μυρωδικά άλατα , σαπούνια και κρέμες για το σώμα, κρέμες πίλινγκ και σειρές από σαπούνια και κρέμες για τα μαλλιά   και στην τουαλέτα του δωματίου της είχε μια συλλογή από καλλυντικά κάθε είδους. Η ντουλάπα της είχε πολύχρωμα και λεπτά ρούχα καμωμένα να τονίζουν το ωραίο σώμα της και σε έναν μικρό καλόγερο στην άκρη του κομοδίνου της μπορούσες να βρεις στολίδια  για τα αυτιά , την μύτη , τα δάχτυλά και τον λαιμό όλα καλόγουστα με ένα Ινδικό πρόσημο στο στυλ και το ύφος.

Από το Ικέα είχε αγοράσει δύο επιτοίχιες παπουτσώθηκες για να βάζει μέσα τους πλήθος από υποδήματα για κάθε εποχή και στυλ. Και στους τοίχους του μικρού διαμερίσματος της έβλεπες λάφυρα από την ζωή της σε φωτογραφικά ενσταντανέ με κύριους πρωταγωνιστές την οικογένεια της και φίλους. Σε κάποια βιβλιοθήκη ανάμεσα σε βιβλία και σημειώσεις από το πανεπιστήμιο στέκονταν μόνη μια φωτογραφία με έναν σχετικά όμορφό νεαρό. Ο Κωστής , ένα πρόσωπο μεγάλης σημασία για την Σίσυ , ένας φίλος που ξεπέρασε τα όρια σαν εραστής και ένας εραστής που δεν ξεπέρασε ποτέ το γεγονός ότι είναι φίλος. Ο Κωστής δέσποζε χαμογελαστός αλλά απόν στην καθημερινότητα της Σίσυς. Ήταν ο κατά φαντασίαν εραστής της και του μηλούσε όταν τα πράγματα στην ζωή της πήγαινάν καλά ή του κλαιγόταν όταν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα. Όταν φτιαχνόταν για να βγει στεκόταν πάντα μπροστά του πριν προχωρήσει στον καθρέφτη για τις τελευταίες πινελιές και επερνέ τον νοερό θαυμασμό του.
Η ζώη της Σίσυς ήταν απλή, δουλειά το πρωί , μαγαζιά το απόγευμα και το βράδυ διαδρομές μέσα στο μικρό διαμέρισμα από την μπανιέρα στο κρεβάτι με την μουσική υπόκρουση του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης. Μερικές μέρες το στο DVD έβαζε κάποιον κύκλο από «τα φιλαράκια» και ξεσπούσε μόνη της σε γέλια ή σε κλάματα.  Οι φίλοι δεν έρχονταν ποτέ σπίτι της , εκείνη πήγαινέ στα δικά τους ή βρισκόντουσαν σε όμορφά καφέ στο κέντρο της πόλης. Μιλούσαν για τις σχέσεις τον γάμο τα παιδιά των άλλων με σαρκαστικό και υποτιμητικό τρόπο , περνώντας απόσταση από την μιζέρια της δικής τους ζωής.

Η Σίσυ ήταν χήρα, έχασε τον άντρα της σε ένα δυστύχημα της μοίρας , όταν οι προσδοκίες της ζωής που στο μυαλό της είχαν χτίσει οι τηλεοπτικές σειρές και τα περιοδικά ποικίλης ύλης συγκρούστηκε μετωπικά με την συντηρητική ζωή που ήθελε να ζήσει πραγματικά , τον γάμο , τα παιδιά τα μακρόσυρτα γλέντια με αφορμή μια οικογενειακού τύπου γιορτή. Θρήνησε τον χαμό του με την δημιουργία του αστρικού της χάρτη και προγραμματισμένα τυφλά ραντεβού από της φίλες της. Θρήνησε τον χαμό του με σεπτές τελετές σεξουαλικής παρορμητικότητας καλώντας στο κρεβάτι της αρσενικά αδέσποτα και πληγωμένα που πέρναγαν και έφευγαν χωρίς να μπορέσουν να βρουν την θέση τους ανάμεσα στις φωτογραφίες του τοίχου της και φυσικά για το  ράφι που βρίσκονταν ο Κωστής ούτε λόγος.

Κάποτε ο Κωστής την πήρε τηλέφωνο , της έστειλε μήνυμα στο Facebook και e mail. Βρεθήκαν σε μια καφετέρια  κάπου στο κέντρό και ταξίδεψαν μαζί για ένα απόγευμα σε μια ζωή που δεν έζησε ποτέ η Σίσυ μα που πάντα ήθελε να ζήσει. Του μίλησε για τον έρωτα που είχε βρει στην ζωή της με τα καλυτέρα λόγια, το αδέσποτο αρσενικό κουτάβι που κιλιόταν στο κρεβάτι της τον τελευταίο καιρό έγινε σκύλος σπάνιας ράτσας με ύφος και ήθος καθαρόαιμου επιβήτορα.

Το χέρι της ήταν χαμένο στο δικό του πολύ ώρα και στην καρδία της δεν υπήρχαν τα συναισθήματα που περίμενε. Μια γλυκεία οικειότητα, μια εγκάρδια ανθρώπινη ζεστασιά είχε υποκαθίστασαι τον πόλεμο των συναισθημάτων που πρόσμενε. Ο Κωστής της , ο νεκρός της έρωτας , ζωντανός απέναντι της δεν είχε καμία από της ποιότητες που διατηρούσε αλώβητες κάθε φόρα που του εμφανιζόταν καλοντυμένη για έξοδό προκειμένου να πάρει την έγκριση του.
   
Το βράδυ γύρισε σπίτι και έκανε παθιασμένα , σχεδόν απειλητικά έρωτα στον αδέσποτο εραστή της. Του είπε ότι τον αγαπάει , γνωρίζοντας πια πως όλη της η ζωή έχει πάει στράφι. Γνωρίζοντας πως το μόνο που χρειάζεται είναι ένα καταφύγιο να ξεχάσει όλα όσα έμαθε στις σειρές και τα περιοδικά σαν πιθανότητα. Γνωρίζοντας πως ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο από ένα χαζό παραμύθι για παιδιά  και πως μπορούσε να ξεκρεμάσει την φωτογραφία του Κωστή από την καρδία της.

Υστέρα μια κρύα νύχτα του χειμώνα μερικούς μήνες αργότερα και αφού ο αδέσποτος εραστής της είχε το όνομα Νίκος και την θέση τους στην ζωή της και τους τοίχους με τις φωτογραφίες της. Ανακάλυψε πως κι εκείνος με την σειρά του είχε έναν «Κωστή» στο παρελθόν του και ένοιωσε προδοσία όταν η φωτογραφία εκείνης της γυναίκας παρέμενε κρεμασμένη στον δικό του τοίχο.

Έτσι τον έδιωξε , το έστειλε πίσω από εκεί που ήρθε πετώντας από το παράθυρό τα πράγματα του στον δρόμο, ανίκανη να απαντήσει στο ερώτημα γιατί; Παρά μόνο εγκλωβισμένη στην δική της αλήθεια μπορούσε να σκεφτεί …εγώ κοτζάμ Κωστή ξεκρέμασα. Υστέρα γύρισε και είδε την φωτογραφία του Κωστή στην βιβλιοθήκη, έφτιαξε τα ρούχα της , έβαψε τα μάτια της , στάθηκε λίγο να κλέψει τον θαυμασμό του έκλεισε το φώς κλείδωσε την πόρτα και βγήκε να πιει ένα πότο.