Μια αφορά κι ένα
καιρό,
σε ένα αστικό τοπίο , οπού φλούδες από σοβά ξεχαρβαλωμένες από μια διαρκής ελεύθερη ρήση νερού από γλάστρες ενός μικρού μπαλκονιού , κατέληγαν στο κιτρινισμένο πεζοδρόμιο , ζούσε μια κοπέλα με κόκκινα όνειρα.
σε ένα αστικό τοπίο , οπού φλούδες από σοβά ξεχαρβαλωμένες από μια διαρκής ελεύθερη ρήση νερού από γλάστρες ενός μικρού μπαλκονιού , κατέληγαν στο κιτρινισμένο πεζοδρόμιο , ζούσε μια κοπέλα με κόκκινα όνειρα.
Η κοπέλα που την λέγανε Σίσυ , είχε ακουμπήσει το
σύνολο των ελπίδων της για μια καλύτερη ζωή σε περιοδικά ποικίλης ύλης.
Ονειρευόταν καθημερινά πλούσιους και όμορφους άντρες με μια ιλουστρασιόν λάμψη
στα δόντια. Η Σίσυ ήταν μια κοπέλα της εποχής της , στο συρτάρι της κρατούσε
φρεσκοπλυμένα εσώρουχα στο μπάνιο της είχε εξοπλισμό από σπά , αγορασμένο με
μερικά ευρώ το κομμάτι, μυρωδικά άλατα , σαπούνια και κρέμες για το
σώμα, κρέμες πίλινγκ και σειρές από σαπούνια και κρέμες για τα μαλλιά και
στην τουαλέτα του δωματίου της είχε μια συλλογή από καλλυντικά κάθε είδους. Η
ντουλάπα της είχε πολύχρωμα και λεπτά ρούχα καμωμένα να τονίζουν το ωραίο σώμα
της και σε έναν μικρό καλόγερο στην άκρη του κομοδίνου της μπορούσες να βρεις
στολίδια για τα αυτιά , την μύτη , τα δάχτυλά και τον λαιμό όλα
καλόγουστα με ένα Ινδικό πρόσημο στο στυλ και το ύφος.
Από το Ικέα είχε αγοράσει δύο επιτοίχιες
παπουτσώθηκες για να βάζει μέσα τους πλήθος από υποδήματα για κάθε εποχή και
στυλ. Και στους τοίχους του μικρού διαμερίσματος της έβλεπες λάφυρα από την ζωή
της σε φωτογραφικά ενσταντανέ με κύριους πρωταγωνιστές την οικογένεια της και
φίλους. Σε κάποια βιβλιοθήκη ανάμεσα σε βιβλία και σημειώσεις από το
πανεπιστήμιο στέκονταν μόνη μια φωτογραφία με έναν σχετικά όμορφό νεαρό. Ο Κωστής
, ένα πρόσωπο μεγάλης σημασία για την Σίσυ , ένας φίλος που ξεπέρασε τα όρια
σαν εραστής και ένας εραστής που δεν ξεπέρασε ποτέ το γεγονός ότι είναι φίλος.
Ο Κωστής δέσποζε χαμογελαστός αλλά απόν στην καθημερινότητα της Σίσυς. Ήταν ο
κατά φαντασίαν εραστής της και του μηλούσε όταν τα πράγματα στην ζωή της
πήγαινάν καλά ή του κλαιγόταν όταν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα. Όταν φτιαχνόταν
για να βγει στεκόταν πάντα μπροστά του πριν προχωρήσει στον καθρέφτη για τις
τελευταίες πινελιές και επερνέ τον νοερό θαυμασμό του.
Η ζώη της Σίσυς ήταν απλή, δουλειά το πρωί ,
μαγαζιά το απόγευμα και το βράδυ διαδρομές μέσα στο μικρό διαμέρισμα από την
μπανιέρα στο κρεβάτι με την μουσική υπόκρουση του ραδιοφώνου ή της τηλεόρασης.
Μερικές μέρες το στο DVD έβαζε κάποιον κύκλο από «τα φιλαράκια» και
ξεσπούσε μόνη της σε γέλια ή σε κλάματα. Οι φίλοι δεν έρχονταν ποτέ σπίτι
της , εκείνη πήγαινέ στα δικά τους ή βρισκόντουσαν σε όμορφά καφέ στο κέντρο
της πόλης. Μιλούσαν για τις σχέσεις τον γάμο τα παιδιά των άλλων με σαρκαστικό
και υποτιμητικό τρόπο , περνώντας απόσταση από την μιζέρια της δικής τους ζωής.
Η Σίσυ ήταν χήρα, έχασε τον άντρα της σε ένα
δυστύχημα της μοίρας , όταν οι προσδοκίες της ζωής που στο μυαλό της είχαν
χτίσει οι τηλεοπτικές σειρές και τα περιοδικά ποικίλης ύλης συγκρούστηκε
μετωπικά με την συντηρητική ζωή που ήθελε να ζήσει πραγματικά , τον γάμο , τα
παιδιά τα μακρόσυρτα γλέντια με αφορμή μια οικογενειακού τύπου γιορτή. Θρήνησε
τον χαμό του με την δημιουργία του αστρικού της χάρτη και προγραμματισμένα
τυφλά ραντεβού από της φίλες της. Θρήνησε τον χαμό του με σεπτές τελετές
σεξουαλικής παρορμητικότητας καλώντας στο κρεβάτι της αρσενικά αδέσποτα και
πληγωμένα που πέρναγαν και έφευγαν χωρίς να μπορέσουν να βρουν την θέση τους
ανάμεσα στις φωτογραφίες του τοίχου της και φυσικά για το ράφι που
βρίσκονταν ο Κωστής ούτε λόγος.
Κάποτε ο Κωστής την πήρε τηλέφωνο , της έστειλε
μήνυμα στο Facebook και e mail. Βρεθήκαν σε μια καφετέρια
κάπου στο κέντρό και ταξίδεψαν μαζί για ένα απόγευμα σε μια ζωή που δεν
έζησε ποτέ η Σίσυ μα που πάντα ήθελε να ζήσει. Του μίλησε για τον έρωτα που
είχε βρει στην ζωή της με τα καλυτέρα λόγια, το αδέσποτο αρσενικό κουτάβι που
κιλιόταν στο κρεβάτι της τον τελευταίο καιρό έγινε σκύλος σπάνιας ράτσας με
ύφος και ήθος καθαρόαιμου επιβήτορα.
Το χέρι της ήταν χαμένο στο δικό του πολύ ώρα και
στην καρδία της δεν υπήρχαν τα συναισθήματα που περίμενε. Μια γλυκεία
οικειότητα, μια εγκάρδια ανθρώπινη ζεστασιά είχε υποκαθίστασαι τον πόλεμο των
συναισθημάτων που πρόσμενε. Ο Κωστής της , ο νεκρός της έρωτας , ζωντανός
απέναντι της δεν είχε καμία από της ποιότητες που διατηρούσε αλώβητες κάθε φόρα
που του εμφανιζόταν καλοντυμένη για έξοδό προκειμένου να πάρει την έγκριση του.
Το βράδυ γύρισε σπίτι και έκανε παθιασμένα , σχεδόν
απειλητικά έρωτα στον αδέσποτο εραστή της. Του είπε ότι τον αγαπάει ,
γνωρίζοντας πια πως όλη της η ζωή έχει πάει στράφι. Γνωρίζοντας πως το μόνο που
χρειάζεται είναι ένα καταφύγιο να ξεχάσει όλα όσα έμαθε στις σειρές και τα
περιοδικά σαν πιθανότητα. Γνωρίζοντας πως ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο από
ένα χαζό παραμύθι για παιδιά και πως μπορούσε να ξεκρεμάσει την
φωτογραφία του Κωστή από την καρδία της.
Υστέρα μια κρύα νύχτα του χειμώνα μερικούς μήνες
αργότερα και αφού ο αδέσποτος εραστής της είχε το όνομα Νίκος και την θέση τους
στην ζωή της και τους τοίχους με τις φωτογραφίες της. Ανακάλυψε πως κι εκείνος
με την σειρά του είχε έναν «Κωστή» στο παρελθόν του και ένοιωσε προδοσία όταν η
φωτογραφία εκείνης της γυναίκας παρέμενε κρεμασμένη στον δικό του τοίχο.
Έτσι τον έδιωξε , το έστειλε πίσω από εκεί που ήρθε
πετώντας από το παράθυρό τα πράγματα του στον δρόμο, ανίκανη να απαντήσει στο
ερώτημα γιατί; Παρά μόνο εγκλωβισμένη στην δική της αλήθεια μπορούσε να σκεφτεί
…εγώ κοτζάμ Κωστή ξεκρέμασα. Υστέρα γύρισε και είδε την φωτογραφία του Κωστή
στην βιβλιοθήκη, έφτιαξε τα ρούχα της , έβαψε τα μάτια της , στάθηκε λίγο να
κλέψει τον θαυμασμό του έκλεισε το φώς κλείδωσε την πόρτα και βγήκε να πιει ένα
πότο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου